ελεγειακός

ελεγειακός
-ή, -ό (Α ἐλεγειακός, -ή, -όν)
1. (για στίχο) αυτός που ανήκει στο ελεγείο από την άποψη τού μέτρου («ελεγειακό πεντάμετρο», «πεντάμετρον ἐλεγειακόν», «ελεγειακός στίχος» — ο δακτυλικός πεντάμετρος στίχος — υυ| — υυ| — | — υυ| — υυ| —
2. φρ. «ελεγειακός ποιητής» ή ως ουσ. ελεγειακός
ο ελεγειογράφος
3. φρ. «ελεγειακό δίστιχο» — δίστιχο που αποτελείται από ένα δακτυλικό εξάμετρο και ένα δακτυλικό πεντάμετρο
4. φρ. «ελεγειακό ποίημα», «ἐπίνικον ἐλεγειακόν» — ποίημα που αποτελείται από ελεγειακά δίστιχα
νεοελλ.
1. αυτός που έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τής ελεγείας
2. όποιος χαρακτηρίζεται από τη θλίψη ή τη μελαγχολία τής θρηνητικής ελεγείας.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ελεγειακός — ή, ό 1. που ανήκει ή αναφέρεται στην ελεγεία ή το ελεγείο (βλ. λλ.): Ελεγειακός ποιητής. 2. μτφ., που έχει τη μελαγχολία, τη θλίψη της ελεγείας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐλεγειακά — ἐλεγειακός elegiac neut nom/voc/acc pl ἐλεγειακά̱ , ἐλεγειακός elegiac fem nom/voc/acc dual ἐλεγειακά̱ , ἐλεγειακός elegiac fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγειακῶν — ἐλεγειακός elegiac fem gen pl ἐλεγειακός elegiac masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγειακόν — ἐλεγειακός elegiac masc acc sg ἐλεγειακός elegiac neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μνασάλκας — Ελεγειακός ποιητής από τον δήμο Πλαταιών της Σικυωνίας. Έγραψε τα Επιγράμματα, από τα οποία διασώθηκαν δεκαέξι στην Ελληνική Ανθολογία …   Dictionary of Greek

  • Φανοκλής — Ελεγειακός ποιητής των αλεξανδρινών χρόνων. Σώθηκαν μόνο 28 στίχοι από το ελεγειακό του ποίημα Έρωτες ή Καλοί, στο οποίο περιγράφει ιστορίες αγάπης με ωραίους νέους. Το απόσπασμα που διασώθηκε περιγράφει τον έρωτα του Ορφέα για τον Κάλαϊ, τον γιο …   Dictionary of Greek

  • Φωκυλίδης — Ελεγειακός ποιητής από τη Μίλητο (α’ μισό του 6ου αι. π.Χ.). Η ποίησή του έχει πολλά κοινά σημεία με του Ησίοδου, όπως τα εγκώμια της γεωργίας, η εξύμνηση της δικαιοσύνης, ο μισογυνισμός· μερικά αποσπάσματα θυμίζουν τον Θέογνι. Ο Φ. είχε τόσο… …   Dictionary of Greek

  • Маркопулос, Йоргос — Йоргос Маркопулос греч. Γιώργος Μαρκόπουλος Дата рождения: 1951 год(1951) Место рождения …   Википедия

  • Τυρταίος — Αρχαίος Έλληνας ποιητής (γεννημένος, κατά την πιθανότερη εκδοχή, στη Λακεδαίμονα), που διακρίθηκε γύρω στο 650 π.Χ., όταν με τα τραγούδια του ενθουσίασε, κατά τον B’ Μεσσηνιακό πόλεμο τους Σπαρτιάτες στον αγώνα τους εναντίον των γειτόνων τους… …   Dictionary of Greek

  • αντίμαχος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Α. ο Κολοφώνιος (τέλη 5ου αι. π.Χ.). Επικός και ελεγειακός ποιητής. Οι πληροφορίες για τη ζωή του είναι λιγοστές και ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος τοποθετεί την ακμή του γύρω στο 404 π.Χ. Ακολουθώντας την ομηρική επική… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”